- δειλανδρέω
- δειλ-ανδρέω, feig sein
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
δειλανδρήσει — δειλανδρέω to be cowardly aor subj act 3rd sg (epic) δειλανδρέω to be cowardly fut ind mid 2nd sg δειλανδρέω to be cowardly fut ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρήσω — δειλανδρέω to be cowardly aor subj act 1st sg δειλανδρέω to be cowardly fut ind act 1st sg δειλανδρέω to be cowardly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρεῖ — δειλανδρέω to be cowardly pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) δειλανδρέω to be cowardly pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρησάντων — δειλανδρέω to be cowardly aor part act masc/neut gen pl δειλανδρέω to be cowardly aor imperat act 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδροῦντα — δειλανδρέω to be cowardly pres part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δειλανδρέω to be cowardly pres part act masc acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρῶ — δειλανδρέω to be cowardly pres subj act 1st sg (attic epic doric) δειλανδρέω to be cowardly pres ind act 1st sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρεῖν — δειλανδρέω to be cowardly pres inf act (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδροῦντας — δειλανδρέω to be cowardly pres part act masc acc pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδροῦντες — δειλανδρέω to be cowardly pres part act masc nom/voc pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρῆσαι — δειλανδρέω to be cowardly aor inf act … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δειλανδρήσαντας — δειλανδρέω to be cowardly aor part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)